ἐπικέλλω

ἐπικέλλω, [tense] aor. 1 ἐπέκελσα, also
A

ἐπέκειλα Act.Ap.27.41

: [tense] fut. part. acc.

ἐπῑκέλσοντα Numen.

(v. infr.):—bring ships to shore,

νῆας ἐπικέλσαι Od.9.148

, cf. Act.Ap.l.c.
2. abs., run ashore, Od.9.138;

χέρσῳ ἐ. ἐρετμοῖς A.R.3.575

: c.acc., γῆν ἐ. Id.2.352; also of the ship itself,

ἡ μὲν ἔπειτα ἠπείρῳ ἐπέκελσεν Od.13.114

; of a fish, rush into the net, Numen. ap. Ath.7.321b (cj. for ἐπιτέλσωντα).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επικέλλω — ἐπικέλλω (Α) 1. πλησιάζω πλοίο στην ξηρά, τό αράζω 2. (αμτβ.) (για πρόσ.) προσεγγίζω στην ξηρά («χέρσῳ ἐπέκελσαν ἐρετμοῑς», Απολλ. Ρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κέλλω «οδηγώ πλοίο στην ξηρά»] …   Dictionary of Greek

  • ἐπικέλσαι — ἐπικέλλω bring aor inf act (epic) ἐπικέλσαῑ , ἐπικέλλω bring aor opt act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλσατε — ἐπικέλλω bring aor imperat act 2nd pl (epic) ἐπικέλλω bring aor ind act 2nd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλσετε — ἐπικέλλω bring aor subj act 2nd pl (epic) ἐπικέλλω bring fut ind act 2nd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλσοντα — ἐπικέλλω bring fut part act neut nom/voc/acc pl (epic) ἐπικέλλω bring fut part act masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικελεῦσαι — ἐπικέλλω bring fut part act fem nom/voc pl (epic doric ionic) ἐπικελεύω exhort aor inf act ἐπικελεύω exhort aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλλεται — ἐπικέλλω bring pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλσαν — ἐπικέλλω bring aor part act neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλσαντας — ἐπικέλλω bring aor part act masc acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικέλσαντες — ἐπικέλλω bring aor part act masc nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπέκειλαν — ἐπικέλλω bring aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.